The Best Offer (La Migliore Offerta) 2013
Σκοτεινή, διαφορετική, δραματική, μυστηριώδης... η ιδιαιτερότητα αυτής της ταινίας και η περιέργεια που μου δημιούργησε το τρέιλερ με ώθησαν να τη δω. Η ταινία με άφησε άφωνη, χωρίς τελικά να μπορώ να προσδιορίσω αν το πρόσημο της εμπειρίας αυτής ήταν θετικό ή αρνητικό.
Ακολουθώντας την καθημερινότητα του εκτιμητή έργων τέχνης Virgil Oldman (Geoffrey Rush), ο θεατής εισάγεται στην προγραμματισμένη με ακρίβεια ζωή του, η οποία ωστόσο απέχει πολύ από τη ζωή των συμπολιτών του. Διακεκριμένος στο χώρο του αλλά μοναχικός στη ζωή, είναι αφιερωμένος στην τέχνη, και κατά συνέπεια στη δουλειά του, με αποτέλεσμα να έχει περιορισμένες κοινωνικές επαφές. Ένα τηλεφώνημα από μια μυστηριώδη κοπέλα (Sylvia Hoeks), η οποία τον προσκαλεί να εκτιμήσει τα έργα τέχνης που κοσμούν μια παλιά έπαυλη, χωρίς να δέχεται να τον συναντήσει, πυροδοτεί μια σειρά αντιδράσεων που θα ανατρέψουν ανεπανόρθωτα τη ζωή του.
Η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του μεσήλικα εκτιμητή και της νεαρής κοπέλας είναι καθοριστική για την πορεία του έργου, καθώς σε αυτή βασίζεται η σταδιακή απελευθέρωση του πρώτου από την τυπικότητα και τη ρουτίνα, η οποία οδηγεί στη βίωση ποικίλων συναισθημάτων τα οποία κατέπνιγε για χρόνια. Μετά από πολυάριθμες αντιπαραθέσεις μεταξύ τους, ενώ τους χωρίζει μια κλειδωμένη πόρτα, η εκτίμηση των έργων τέχνης της έπαυλης μετατρέπεται σε μια απλή αφορμή για να συνεχίζει ο Oldman να την επισκέπτεται. Η συμπεριφορά της κοπέλας σε κάποια σημεία γίνεται κουραστική αλλά συνολικά εξυπηρετεί επιτυχημένα την οικονομία της ταινιας. Πρωτότυπο και ιδιαίτερα επιτυχημένο θα χαρακτήριζα τον παραλληλισμό του έρωτα με την τέχνη, καθώς οι ελάχιστοι γνωστοί του Oldman προσπαθούν να του εισάγουν και να τον συμβουλέψουν σχετικά με το θέμα με -εύστοχες ομολογουμένως- αναφορές στα έργα τέχνης και τις δημοπρασίες.
Ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Geoffrey Rush, ενώ συμπαθητικές είναι και οι ερμηνείες των υπόλοιπων ηθοποιών. Η μουσική επένδυση από τον Ennio Morricone αναβαθμίζει το επίπεδο της ταινίας και εντείνει την αγωνία. Η ταινία έχει αλλεπάλληλες ανατροπές, κορυφώνεται απρόσμενα αλλά τελικά μου άφησε μια αίσθηση ανικανοποίητου, μιας και η εξέλιξη δεν είναι αντάξια του μυστηρίου και της αγωνίας που καθηλώνει το θεατή από την αρχή της ταινίας.
Αν και είναι ιδιαίτερα προσεγμένη, από άποψη υποκριτικής, σκηνοθεσίας, σκηνογραφίας και έχει έξυπνα ευρήματα, ευχάριστες εκπλήξεις, καλλιτεχνικό και επιστημονικό ενδιαφέρον, συνολικά δε με συνεπήρε και δε με ταξίδεψε, ίσως διότι πολλά στοιχεία ήταν εξωπραγματικά και δεν ήταν δυνατό να νιώσω κάποιου είδους ταύτιση, παρά μονάχα συμπάθεια για τον πρωταγωνιστή, ο οποίος κατά τη γνώμη μου δε λυτρώθηκε όπως του άξιζε.
7/10

Ακολουθώντας την καθημερινότητα του εκτιμητή έργων τέχνης Virgil Oldman (Geoffrey Rush), ο θεατής εισάγεται στην προγραμματισμένη με ακρίβεια ζωή του, η οποία ωστόσο απέχει πολύ από τη ζωή των συμπολιτών του. Διακεκριμένος στο χώρο του αλλά μοναχικός στη ζωή, είναι αφιερωμένος στην τέχνη, και κατά συνέπεια στη δουλειά του, με αποτέλεσμα να έχει περιορισμένες κοινωνικές επαφές. Ένα τηλεφώνημα από μια μυστηριώδη κοπέλα (Sylvia Hoeks), η οποία τον προσκαλεί να εκτιμήσει τα έργα τέχνης που κοσμούν μια παλιά έπαυλη, χωρίς να δέχεται να τον συναντήσει, πυροδοτεί μια σειρά αντιδράσεων που θα ανατρέψουν ανεπανόρθωτα τη ζωή του.
Η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του μεσήλικα εκτιμητή και της νεαρής κοπέλας είναι καθοριστική για την πορεία του έργου, καθώς σε αυτή βασίζεται η σταδιακή απελευθέρωση του πρώτου από την τυπικότητα και τη ρουτίνα, η οποία οδηγεί στη βίωση ποικίλων συναισθημάτων τα οποία κατέπνιγε για χρόνια. Μετά από πολυάριθμες αντιπαραθέσεις μεταξύ τους, ενώ τους χωρίζει μια κλειδωμένη πόρτα, η εκτίμηση των έργων τέχνης της έπαυλης μετατρέπεται σε μια απλή αφορμή για να συνεχίζει ο Oldman να την επισκέπτεται. Η συμπεριφορά της κοπέλας σε κάποια σημεία γίνεται κουραστική αλλά συνολικά εξυπηρετεί επιτυχημένα την οικονομία της ταινιας. Πρωτότυπο και ιδιαίτερα επιτυχημένο θα χαρακτήριζα τον παραλληλισμό του έρωτα με την τέχνη, καθώς οι ελάχιστοι γνωστοί του Oldman προσπαθούν να του εισάγουν και να τον συμβουλέψουν σχετικά με το θέμα με -εύστοχες ομολογουμένως- αναφορές στα έργα τέχνης και τις δημοπρασίες.
Ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Geoffrey Rush, ενώ συμπαθητικές είναι και οι ερμηνείες των υπόλοιπων ηθοποιών. Η μουσική επένδυση από τον Ennio Morricone αναβαθμίζει το επίπεδο της ταινίας και εντείνει την αγωνία. Η ταινία έχει αλλεπάλληλες ανατροπές, κορυφώνεται απρόσμενα αλλά τελικά μου άφησε μια αίσθηση ανικανοποίητου, μιας και η εξέλιξη δεν είναι αντάξια του μυστηρίου και της αγωνίας που καθηλώνει το θεατή από την αρχή της ταινίας.
Αν και είναι ιδιαίτερα προσεγμένη, από άποψη υποκριτικής, σκηνοθεσίας, σκηνογραφίας και έχει έξυπνα ευρήματα, ευχάριστες εκπλήξεις, καλλιτεχνικό και επιστημονικό ενδιαφέρον, συνολικά δε με συνεπήρε και δε με ταξίδεψε, ίσως διότι πολλά στοιχεία ήταν εξωπραγματικά και δεν ήταν δυνατό να νιώσω κάποιου είδους ταύτιση, παρά μονάχα συμπάθεια για τον πρωταγωνιστή, ο οποίος κατά τη γνώμη μου δε λυτρώθηκε όπως του άξιζε.
7/10
Labels: Ταινίες


<< Home